editor's letter | Cuturú ep.1

editor's letter | Cuturú ep.1

Όλα αρχίζουν με ένα στρώμα στο πάτωμα, συνήθως,
και πάει κάπως έτσι.

23:10: Έχουμε φτάσει εγκαίρως στο αεροδρόμιο, κάτι για το οποίο φυσικά δεν ευθύνομαι εγώ. Βέβαια, όσοι έφτασαν καθυστερημένοι είχαν πλανήτες και τύχη με το μέρος τους, μιας και η πτήση μας είχε καθυστέρηση. Επιβιβαστήκαμε κι ενώ περιμέναμε έστελνα μηνύματα με τη μαμά μου. H συνταξιδιάρα ψυχή, που με συντρόφευε σε αυτό το ταξίδι, δεν ήθελε να έρθει να καθίσει στη θέση δίπλα μου, που ήταν τελικά κενή. Κάθισε ψυχαναγκαστικά στη θέση που ήταν πιο πίσω, δίπλα στον διάδρομο, κοντά στην έξοδο, για να περιμένει να βγει πρώτος. Να κατέβει πρώτος, να περιμένει εμένα, που θα βγω τελευταία. Αυτήν τη φορά ούτε εγώ θα άλλαζα θέση, γιατί ήθελα να είμαι δίπλα στο παράθυρο. Είχα διαλέξει πολύ περήφανα στο check-in αυτήν τη θέση. Ο καθένας είχε άλλη ανάγκη και αυτό ήταν πολύ εντάξει. Δεν ήθελα να βλέπω καθόλου τον διάδρομο, καθόλου τους συνεπιβάτες, το μόνο που ήθελα ήταν να βάλω τα ακουστικά μου και να προλάβω να σκεφτώ ελάχιστα το πού πηγαίνω, ήθελα να νιώσω πως ταξιδεύω μέσα στη νύχτα, έστω κι αν αυτό το ταξίδι διαρκούσε μόνο 40’.

Ήταν μια μέρα από αυτές που έφτασε το βράδυ και δεν είχα προλάβει να σκεφτώ τι συμβαίνει και τι ακριβώς πάω να κάνω. Τηλέφωνα, ραντεβού, πακέτα για το e-shop κι εγώ δεν ήμουν ιδιαίτερα παρούσα, τουλάχιστον πνευματικά. Τώρα που έχω ηρεμήσει και το σκέφτομαι, γενικώς πέρυσι είχα μία ανάγκη να ζήσω τα πάντα σαν να τα είχα ξεχάσει, σαν να τα μάθαινα από την αρχή, σαν να ήθελα η μετά-καραντίνα εποχή να έχει μία μεταμορφωτική ενέργεια πάνω μου.

Καιρό είχε που ένιωθα πως θέλω να εξερευνήσω την Αθήνα και για αρκετούς λόγους ένιωθα σωστή αυτήν τη μετακόμιση. Το βασικό μου κίνητρο; Δεν ήθελα να χάσω άλλο χρόνο! Το προηγούμενο βράδυ γέμισα δύο βαλίτσες και τρεις κούτες με τα απαραίτητα, ενώ είχα ήδη όλα τα υπόλοιπα σ’ένα δωμάτιο στα Εξάρχεια να με περιμένουν. Τα είχα κάνει όλα -όλως παραδόξως– καλά, αν και άπειρη στις μετακομίσεις.



Έχει πάει 23:18 κι ακόμη περιμένουμε την απογείωση. Η μαμά μου κερδίζει χρόνο και αρχίζει το μελόδραμα «έλειπες και Ισπανία, αλλά έχω μία αίσθηση απόψε σε χάνω». Greek Drama Overload, όπως λέει και η φίλη μου η Τζούλια, όταν ακούει τις ιστορίες μου. Ο άλλος πίσω έχει αρχίσει να παίζει το παιχνίδι του, χωρίς να έχει πάρει μυρωδιά τι ζούμε εμείς πιο πέρα.

Τέλος πάντων, αρχίζω να της απαντώ. Κατά κάποιον τρόπο είχε δίκιο πως με έχανε, γιατί δύο χρόνια τώρα οπισθοχωρήσαμε, γυρίσαμε στη βολή μας, διαπραγματευτήκαμε τα όνειρά μας και καλομάθαμε, συνηθίσαμε να περιμένουμε το «μετά τον κόβιντ» και, όταν πια ήρθε, ήταν τόσο, μα τόσο άβολο να χωρέσουμε εκεί, να χωρέσουμε σ’ εκείνο το αφιλόξενο και χαοτικό μετά. Δεν είχαμε καταλάβει αν πηγαίνουμε εκεί που θέλουμε ή εκεί που καταλήξαμε. Ίσως είναι το ίδιο. Ίσως δεν έχει και σημασία. Μα πόσο δύσκολο είναι να συνεχίσεις πράγματα, που άφησες στη μέση έχοντας αλλάξει ριζικά εσύ ο ίδιος;



Η μαμά μου θα με έχανε προσωρινά, γιατί είχα μια λύσσα να τα κάνω όλα και τα έκανα.

Αυτό της το μήνυμα ενεργοποίησε αυτόματα όλες τις σκέψεις που έκανα και φοβόμουν να ξεστομίσω. Ήθελα κι εγώ να τους πω «ξέρετε να σας χαιρετήσω, γιατί μετακομίζω στην Αθήνα, χωρίς να έχουμε υπόψη μας την επιστροφή».
Υπό άλλες συνθήκες θα το έπαιρνα προσωπικά, θα της έλεγα πόσο υπερβάλλει και θα της εξηγούσα ότι δεν είναι η κατάλληλη στιγμή για δράματα. Δεν παρεξηγήθηκα και δεν το πήρα προσωπικά, όπως άλλες φορές. Ίσα ίσα ένιωθα το ίδιο. Με τη μαμά μου συγχρονιζόμαστε τηλεπαθητικά τις πιο κουλές, μα και κομβικές στιγμές, και ήξερα ότι ξέρει και για να το λέει, το διαισθάνθηκε. Σε αναλογία του αποψινού ταξιδιού είναι σαν να καθόμαστε η μία στο παράθυρο και η άλλη στον διάδρομο, όμως, θα ξαναβρεθούμε στο λεωφορείο που μας περιμένει για να μας πάει στις αφίξεις.

Ένιωθα πως μοιραζόμαστε εκείνη τη στιγμή το ίδιο συναίσθημα, χαρά και αγωνία. Ήξερα ότι ανησυχεί, αλλά πιστεύει και σε μένα, μα πιο πολύ απ’ όλα ήξερα ότι με ώθησε να κυνηγήσω τα όνειρά μου και να ‘μαι στον αέρα και να κοιτάζω από το παράθυρο. Ακόμα κι αν της είναι άβολο, όπως και σε μένα μερικές φορές.

23:26: Τώρα γιατί αγχώνομαι; Είναι δυνατόν; Έχω κάνει άλλα και άλλα! Οι ευθύνες που ανέλαβα; Η αίσθηση ότι δε θα κάνω νέες αρχές από εδώ και πέρα κάθε μέρα; Μήπως μεγάλωσα όντως και δεν είμαι το παρορμητικό είκοσι τριών ετών κορίτσι, όπως με είχα αφήσει; Μήπως έπρεπε να το σκεφτώ λίγο καλύτερα; Δεκάδες σκέψεις πέρασαν από το μυαλό μου! Μπα, όχι, το περιοδικό θα εξελιχθεί στην Αθήνα. Έχω και παρέες!

Άκυρο. Αυτό είμαι ακόμη, το παρορμητικό είκοσι και κάτι λίγα κορίτσι, που ακόμα ακούω το ένστικτό μου και τρώω τα μούτρα μου κάνοντας τον προγραμματισμό μου, ενώ είμαι στον αέρα. Γιατί με αγχώνει, όμως, η αλλαγή αυτή, αφού την έχω ανάγκη; Θα το διαπιστώσω σύντομα. Η Αθήνα έχει τις ομορφιές της. Τη Θεσσαλονίκη άλλωστε την κουβαλάω μέσα μου. Είναι ζεστή, είναι το σπίτι μου και θα είναι πάντα στη θέση της.

Έχει πάει 23:32, μία φωνή μας ενημερώνει πως η διαδικασία της προσγείωσης έχει αρχίσει και πρέπει αποσκευές, τραπεζάκι, φώτα να παραμείνουν κλειστά. Μα ποτέ κιόλας; 20’ πέρασαν μόνο. Η φωνή ήρθε σαν υπενθύμιση πως η απόσταση είναι μοναχά μέσα μας, κάτι αλλάζει μέσα μας και όχι στα αλήθεια.

 

Είμαστε 30’ στον αέρα, 2 ελέγχους και 1 ώρα μακριά.

Είμαστε, όμως, και μία ζωή αργότερα.

Δεν υπάρχει σωστή στιγμή να κάνεις το πρώτο βήμα. Απλώς το κάνεις.

Γυρνάω κοιτάζω, ακόμα παίζει το παιχνίδι του. Αγόρια!

Επιστροφή στο ιστολόγιο

Υποβάλετε ένα σχόλιο

Έχετε υπόψη ότι τα σχόλια χρειάζεται να λάβουν έγκριση προτού δημοσιευτούν.